κρατήρας

I
(Αρχαιολ.). Αγγείο (κρατήρ) που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες από τους ομηρικούς χρόνους για να αναμειγνύουν το κρασί με νερό. Επρόκειτο κυρίως για δοχεία αρκετά μεγάλα με πλατύ στόμιο και λαβές. Παλαιότερα οι λαβές των κ. είχαν σχήμα ελίκων και εξείχαν επάνω από το χείλος του αγγείου (ελικοειδείς κ.). Ένας μεταγενέστερος τύπος κ. έφερε στόμιο πλατύτερο από τη γάστρα και απλές, μικρές λαβές τοποθετημένες στη βάση της (κωδωνοειδείς κ.). Τα υλικά κατασκευής του ήταν ποικίλα. Ο Όμηρος αναφέρει χρυσούς και αργυρούς κ., οι περισσότεροι όμως ήταν πήλινοι. Οι κ., εκτός από οικιακό σκεύος, ήταν και τελετουργικό αγγείο· χρησίμευε για τις σπονδές αλλά και ως διακοσμητικό αντικείμενο.
Ελληνικός γεωμετρικός κρατήρας του 7ου αι. π.Χ. από τις Συρακούσες (Εθνικό Μουσείο, Συρακούσες).
Αττικός λευκός κρατήρας από το Βούλτσι (5ος αι. π.Χ.), που εικονίζει τον Ερμή να παραδίδει τον μικρό Διόνυσο στον Σειληνό (Γρηγοριανό Ετρουσκικό Μουσείο, Ρώμη).
II
(Γεωλ.). Κοιλότητα σε σχήμα κυπέλλου ή χωνιού, η οποία βρίσκεται συνήθως στην κορυφή ενός ηφαιστείου (κεντρικός κ.) και πιο σπάνια στις πλαγιές του (πλευρικός ή παρασιτικός κ.). Οι κ. σχηματίζονται από εκρήξεις ηφαιστείων, πτώσεις μετεωριτών καθώς και από τεχνητές εκρήξεις. Στον πυθμένα του κ. υπάρχουν μία ή πολλές διέξοδοι, από τις οποίες εκρέει η λάβα και άλλα ηφαιστειακά παράγωγα που εκτινάσσονται από τα διάπυρα έγκατα της Γης. Πολύ συχνά ο πυθμένας του κ. καλύπτεται από λίμνη λάβας ή έναν μικρό νεοσχηματισμένο ηφαιστειακό κώνο. Η μορφή και οι διαστάσεις του κ. εξαρτώνται από τον τύπο ενέργειας του ηφαιστείου, την ένταση των εκρήξεων και τη φύση της λάβας που εκβάλλει. Μερικά ηφαίστεια έχουν κ. με κάθετες πλευρές και οριζόντιο πυθμένα· είναι οι λεγόμενοι κ. φρέατα. Οι κ. οι γνωστοί με την ονομασία καλντέρες είναι πολύ μεγάλα ηφαιστειακά ανοίγματα, με διάμετρο έως 20 χλμ. και βάθος πολλών εκατοντάδων μέτρων. Οι καλντέρες σχηματίζονται από διαδοχικές κατεδαφίσεις, οι οποίες συντελούνται σε παροξυσμικές εκρήξεις. Καλντέρες υπάρχουν στους Κανάριους νήσους, στο Ασοσάν της Ιαπωνίας, στη Σαντορίνη κ.α.
Σε αναλογία με τους γήινους κ. υπάρχουν οι κ. της Σελήνης, κυκλικοί σχηματισμοί στην επιφάνειά της, οι οποίοι περιβάλλονται από κορυφές και, κατά κανόνα, είναι βαθύτεροι από το γύρω έδαφος. Η διάμετρός τους φτάνει τα 100-200 χλμ. και το βάθος τους αρκετά χιλιόμετρα. Στο ορατό μόνο τμήμα της Σελήνης έχουν καταγραφεί από τα τηλεσκόπια περίπου 30.000 κ. Θεωρείται ότι ο σχηματισμός τους οφείλεται σε πτώση μετεωριτών ή αστεροειδών διαφόρων μεγεθών, αλλά σε μερικές περιπτώσεις η σημερινή τους εμφάνιση οφείλεται στην επίδραση παραγόντων διάβρωσης ή σε ηφαιστειακές δραστηριότητες. Οι περισσότεροι από τους κ. που υπάρχουν σήμερα στα σώματα του ηλιακού συστήματος, πιστεύεται ότι δημιουργήθηκαν πριν από 3-4 δισ. χρόνια κατά τις συγκρούσεις τους με πολυάριθμα πολύ μικρότερα σώματα. Τα σώματα αυτά φαίνεται ότι αντιπροσωπεύουν τα υπολείμματα των συγκρούσεων των μικρών πλανητών που περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο, μεταξύ του Άρη και του Δία, και σχηματίστηκαν ταυτόχρονα με τους πλανήτες πριν από 4.600 εκατ. χρόνια.
Κρατήρας της Σελήνης.
* * *
ο (AM κρατήρ, -ῆρος) Α ιων. και επικ. τ. κρητήρ, -ῆρος)
χοανοειδές άνοιγμα στο ανώτερο άκρο τού ηφαιστειακού πόρου, από το οποίο βγαίνουν τα περισσότερα ηφαιστειακά αναβλήματα («καθάπερ τῶν ἐν Αἴτνη κρατήρων ἀναρραγέντων», Αριστοτ.)
2. αρχαίο ελληνικό αγγείο μεγάλου συνήθως μεγέθους, από πηλό, χαλκό ή από πολύτιμα μέταλλα, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την ανάμιξη τού κρασιού με νερό («οἶνον δ' ἐκ κρατῆρος ἀφυσσόμενοι δεπάεσσιν ἔκχεον» Ομ. Ιλ.)
3. (ως κύριο ὸν.) αστρον. μικρός αστερισμός τοποθετημένος μεταξύ τού Κόρακα, τής Παρθένου, τού Λέοντα, τού Εξάντα και τής Ύδρας
νεοελλ.
1. (ηλεκτρολ.) κοιλότητα που διαμορφώνεται στο άκρο τού θετικού ηλεκτροδίου ενός τόξου άνθρακα λόγω ταχείας φθοράς του, η οποία οφείλεται στη δημιουργούμενη εκκένωση τόξου
2. φρ. α) «κρατήρες τής Σελήνης» — κυκλικοί σχηματισμοί στην επιφάνεια τής Σελήνης, βαθύτεροι κατά κανόνα από το γύρω έδαφος, οι οποίοι περιβάλλονται από υπερυψωμένο χείλος ή από σειρά διαδοχικών χειλέων
β) (αστρον.-γεωλ.) «κρατήρας έκρηξης» — μεγάλος κρατήρας που σχηματίζεται όταν ένας μετεωρίτης προσκρούσει στη Γη με ταχύτητα που υπερβαίνει τα 3 ώς 4 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο και λόγω τής οποίας ο μετεωρίτης εκρήγνυται
γ) (αστρον.-γεωλ.) «κρατήρας κρούσης» ή «κρατήρας πρόσπτωσης» — μικρός σχετικά κρατήρας που σχηματίζεται από μηχανική παραμόρφωση τού εδάφους τής Γης λόγω πρόσκρουσης ενός μετεωρίτη που κινείται με ταχύτητα μικρότερη από 3 έως 4 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο
μσν.
μτφ. αναβρασμός, έξαψη («τὸν κρατῆρα τῆς ὀργῆς»)
μσν.-αρχ.
1. δοχείο
2. μτφ. αυτός που προκαλεί αναβρασμό και ταραχή
(α. «κρατὴρ κακῶν» — ο συκοφάντης, Αριστοφ.
β. «κρατῆρα ἡδονῆς», Πρόδρ.)
αρχ.
1. οινοποσία, συμπόσιο («κρατήρων εἵργεσθαι τὸν ἀνδροφόνον», Δημοσθ.)
2. κοίλωμα σε βράχο
3. φρ. α) «κρατῆρα πίνω» — πίνω πολύ κρασί
β) «κρατῆρα ἵστημι ἐλεύθερον» — ετοιμάζω το δοχείο με το κρασί για να πιω υπέρ τής ελευθερίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κρα- (πρβλ. -κρά-θην, παθ. αόρ. τού κεράννυμι), που εμφανίζει τη μηδενισμένη και απαθή βαθμίδα *krā τής δισύλλαβης ΙΕ ρίζας *kerā- «αναμιγνύω» (βλ. και κεράννυμι) + επίθημα -τήρ / -τῆρος (πρβλ. βα-τήρ, λαμπ-τήρ). Η λ. είναι μαρτυρημένη στη μυκηναϊκή γραφή με τη μορφή ka-ra-te-ra].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κρατήρας — ο κωνοειδές άνοιγμα στην περιοχή ηφαιστείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρατῆρας — κρᾱτῆρας , κρατήρ mixing vessel masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Προνόμου, κρατήρας του- — Ελληνικός κρατήρας των αρχών του 4ου αι. π.Χ., στον οποίο εικονίζεται σκηνή αρχαίου δράματος. Ένα από τα πρόσωπα που εικονίζονται είναι ο Θηβαίος αυλητής Πρόνομος, που το όνομά του δόθηκε και στον κρατήρα. Ο κρατήρας αυτός, που βρίσκεται σε… …   Dictionary of Greek

  • Κλειτίας — (6ος αι. π.Χ.). Αθηναίος αγγειογράφος. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της εποχής του και συνεργάτης του –επίσης γνωστού– Αθηναίου αγγειοπλάστη Εργοτίμου. Άκμασε την εποχή κατά την οποία η ιωνική και η κορινθιακή τέχνη άρχισαν να… …   Dictionary of Greek

  • ηφαίστειο — Στην πιο απλή του έκφραση, το η. είναι μια σχισμή του φλοιού της Γης που επικοινωνεί με μια βαθιά μαγματική ζώνη. Υπό ορισμένες συνθήκες η σχισμή αυτή επιτρέπει την έξοδο ρευστού ή στερεού υλικού υψηλής θερμοκρασίας. Συνήθως ένα μέρος του υλικού… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Αργοστολίου — Το κτίριο όπου στεγάζονται τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Κεφαλλονιάς θεμελιώθηκε το 1957 (Βεργώτη 6), αντικαθιστώντας το παλαιότερο κτίριο, που είχε καταστραφεί από το μεγάλο σεισμό του 1953. Ανακαινίστηκε πλήρως το 1999. Η… …   Dictionary of Greek

  • αγγείο — I (Βοτ.). Το ξυλώδες στοιχείο που αποτελεί μέρος του κυκλοφορικού συστήματος των αγγειωδών φυτών· το σύνολο των α. συγκροτεί ένα πυκνό και πολύπλοκο δίκτυο αγωγών, που διατρέχει ολόκληρο το φυτικό σώμα από τις ρίζες έως τις νευρώσεις των φύλλων.… …   Dictionary of Greek

  • αγγειό — I (Βοτ.). Το ξυλώδες στοιχείο που αποτελεί μέρος του κυκλοφορικού συστήματος των αγγειωδών φυτών· το σύνολο των α. συγκροτεί ένα πυκνό και πολύπλοκο δίκτυο αγωγών, που διατρέχει ολόκληρο το φυτικό σώμα από τις ρίζες έως τις νευρώσεις των φύλλων.… …   Dictionary of Greek

  • δερβένι — I Αρχαιολογικός χώρος κοντά στη Θεσσαλονίκη, στη συμβολή των οδών Καβάλας Θεσσαλονίκης και Σερρών Θεσσαλονίκης. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας είχε ανακαλυφθεί εκεί ένας διθάλαμος μακεδονικός τάφος. Κοντά σε αυτόν βρέθηκε και ένας μικρότερος, το… …   Dictionary of Greek

  • Βεζούβιος — (Vesuvio). Ενεργό ηφαίστειο της Ιταλίας στην Καμπανία, στην πεδιάδα ανατολικά της Νάπολης. Είναι το μοναδικό ενεργό ηφαίστειο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Επίσης, είναι ένα από τα λίγα της Γης με περίφραγμα και αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό τους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.